Δευτέρα 8 Ιουνίου 2015

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ: Η Θειά Δημήτρω από τη Βόνιτσα με το μλάρ’

Μ’λέι ο Τακούλας:
-Θειά δμήτρω δε μ’ φέρνς δυο σακκιά κουπριά για τα λουλούδια;
-Νασφέρω Τακούλα μ.

   Απ΄του καλοκαιρινού του στάλου έμασα δύο τσβάλια κι του σούρουπο τα φόρτωσα στο μλάρ’ και κίνησα για τ’ παραλία.
Ο Τακούλας είχε πάει σόγαμπρος κι εκτός απ’ τα πεθερκά αγνάνευε κι τ’ παραλία.
     Για να μη περάσου το μλάρ’ μέσα απ’ τ’ πλατεία έκοψα κοπά απ’ τη Χώρα. Είχα πάρ΄και λίγο λάδ για τα καντήλια.
   Ξεκαμπάου στ’ παραλία, κόβω κοπά στο μονοπλιό και κράζω του Τακούλα:
-Ορα Τακούλαααα.

    Βγαίν’ στου μπόντζο ου Τακούλας κι σα σόγαμπρος κατεβάζ’ τα τσβάλια. Η κυρά τ’ ούτε πφάνκε. 
-Μλέει ο Τακούλας. Δε πάμε να σι κεράσω ένα τσίπρο;
-Κι δι πάμε Τακούλα μ’, τλέω. Όμως του μλάρ που να του βάλου;
-Α, κατ’ εκεί στ’ Βλύχα, εκεί π΄παλιά βάραες μι το κόπανο το λινάρ’.

      Μέχρι να τοιμαστεί ο Τακούλας, τραβάου για τ’ Βλύχα. Τι μεγαλεία κι τι χαρές είχαμε όταν ήμασταν νιές. Εκεί πλέναμε τα χοντρόρουχα, εκεί στρωχίζαμε του τραγόμαλο για τα σαέσματα. Εκεί ακουρμάστκα πρώτ’ φορά του Μήτσο μ’. 
     Πρι φτάσου τ’ Βλύχα, τράου κι τι να δού. Μια σιδεροδεσιά τριάντα ουριές κι δίπλα του σήμα τσ’ ευρωπαικής ένωσης. Ορέ λέου, η ΕΟΚ τσ’ επέβαλε να βάλνε και για τα  ζωντανά δεσιές. Αυτό  είναι ισότητα.
      Δένου τ’ μλάρ’ στ’ σιδεροδεσιά και πάου να δου πρώτα τ’ Βλύχα, εκεί π’ όλη η Βόνιτσα έπλενε τα χοντρόρουχα. Εκεί πουτρεχε μπουτοβάγια του νερό. Τράου η Βλύχα είχε κι μάντρα. Κοντεύω κι τι να δού μέσα. Σαφαρα , καρέκλες, μπουκάλια από χλωρίνες και σάπια ξύλα. Τράου να δού που πάει όλο το νερό, πθενά.
Να κι ο Τακούλας, πγέλαγε για το πούδεσα το μλάρ. 

-Θειά Δμήτρω μλέει, εδώ είναι τα ποδήλατα. Ε, τλέου μέχρι να τα φέρνε, ημείς θάχουμε πιεί το τσίπρο. Αλλά Τακούλα μ’ που πάει του νερό τσ’ Βλύχας;
-Θειά Δμήτρω, όταν το μπάζωσαν, αυτό έχει ξεσπάσει από κάτω απ’ το μπάζωμα του πάρκινγκ και βγαίν’ στη θάλασσα. Μια μέρα αυτό το μπάζωμα θα κάτσει....



     Εφγαμε κι μι πήγε σε ένα παρλιακό μαγαζί. Ηρθε μια δίμετρη για παραγγελία. Κοπελάρα αλλά φτωχή. Δεν είχε τίποτα να φορέσ’. 
     Είπαμε για τα τσίπρα και ου Τακούλας μι ρώτσε να τπω για το πώς γνώρσα του Μήτσο. Πρί προλάβου να τπώ ξεκάμπσε η δίμετρη με τα τσίπρα κι ένα μεγάλο μεζέ. Εγώ να σπού τσ’ μαύρη αλήθεια, δε περίμενα να φέρει μεζέ. Το μαγαζί θάτανε  τσίπρο με μάτ’.

      Στου τρίτου καραφάκι λέου τ’ Τακούλα: -Τακούλα όλα τα καλά τάχεις, εκτός απ’ το σογαμπριλίκι. Απ’ του σπίτσ’, εκτός απ’ τα πεθερκάσ’,  βλέπ’ τ’ θάλασσα; 
-Αχά , μλέι ο Τακούλας.
-Τακούλα μ’ , εμείς εδώ γιατί δε βλέπουμε τ’ θάλασσα.  Όλα τ’ αυτοκίνητα είναι σε παρέλαση πέρα πέρα στ΄παραλία. Να πάρε εκειό π’ καβάλησε κι τ΄παραλία, σα το γαιδούρι του κοτσομπήχτη. 

Ο Τακούλας δε μίλαε. Ηγώ συνέχσα τον εξάψαλμο και τούπα και το ωραίο. Τακούλα μη σκιάζονται να κάτς  του μπαζωμα στο πάρκιγκ;
Ο Τακούλας παραπονεμένα μλέι. -Θεια Δμήτρω, αυτό το αυτοκίνητο είναι τσ’ γυναίκας μ’...
      Τι να πού τώρα, πέστε τι να πού. Από πού να το πιάσω και που να του μπαλώσω μόσα είπα. Αμ δεν ήτανε κι μια κβέντα. Ούτε ο Σεπετός δεν ταπλενε όσα σούρξα. Ευτυχώς που δεν ήταν εκεί η γυναίκα τ’ και προπαντός τα πεθερκά τ’.

     Για να γλυκάνω τ΄κατάσταση τούπα κάτ’ απ’ τ’ παραμονή τσ’ Αγιά Σοφιάς. Πήγα να ανάψω ένα κερί στ’ Αγια Σοφιά στου Κάστρου. Μπροστά μ’ πήγαινε ένας λεβέντ’ς μι τσ’ αρτοπλασίες μέσα σε κόφα. Τσ΄είχε στον ώμο. Πιο μπροστά ήτανε δυό γνέκες και λίγο πιο μπροστά άλλες δύο. Είμασταν μόλις λίγο μετά τη τρίτη πύλη, εκεί που έχει το μεγάλο τον αντίλαλο. Απ΄το πρώτο το ζευγάρ’ με τ’ γνέκες λέει η μία στ΄άλλη:
Είδες έργα ο  δήμαρχος;». Κι απαντά η άλλη άκρως ειρωνικά «Εκανε έργα και ο ΧΧ (όπου ΧΧ το όνομα του προηγούμενου Δήμαρχου)». Όταν όμως καταλαβαίνει ότι από πίσω οι δύο άλλες γυναίκες ήταν πρωτοξαδέλφες του προηγούμενου Δήμαρχου, αλλάζει αμέσως το τόνο τσ’ φωνής και με  πανηγυρικό τρόπο φωνάζ’  «εκανε έργα και ο ΧΧ». 

     Ο λεβέντς με τσ’ αρτοπλασίες αρχίζει τα γέλια και τ’ φεύγει η κόφα απ’ τον ώμο. Να οι αρτοι να ροβολάνε το κατηφορο. Εγω όπως έκατσα σε ένα λιθάρ΄με τι να πρωτογελάσω. Με τ΄γνέκα π’ το γύρισε από καλαματιανό σε τσάκμο, με το λεβέντη π’ τούφυγε η κόφα απ’ τα γέλια, ή από τα’ τέσσερες γνέκες που τράβαγαν τον ανήφορο σα να μην έγινε τίποτα.

     Αυτά Τακούλα μ’. Εδώ δεν μπορώ να το γυρίσω σε τσάμκο. Ούτε συ να πείς τσ’ γνέκας ότι η παραλία είναι να βλέπουμε τ’ θάλασσα. Κοτάς να το πείς Τακούλα μ’;

Ο ΤΑΚΟΥΛΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τι λες γι αυτό αγαπητό Ξηρόμερο